Εισαγωγή

Οι ταλαντωτές συντονισμού LC είναι στην πραγματικότητα ταλαντωτές με ανάδραση που χρησιμοποιούν συντονισμένα κυκλώματα με πηνία (L) και πυκνωτές (C) στο δικτύωμα ανάδρασης. Μπορούν να φτιαχτούν με ένα ενεργό στοιχείο, δηλαδή ένα στοιχείο που μπορεί να λειτουργήσει σαν ενισχυτής που συνήθως είναι ένα τρανζίστορ, ένας τελεστικός ενισχυτής, μία ηλεκτρονική λυχνία ή άλλο. Οι ταλαντώσεις προκύπτουν όταν ένα ποσοστό από το σήμα της εξόδου του ενισχυτή οδηγείται στην είσοδό του. Η ανάδραση στην είσοδο θα πρέπει να είναι σε φάση (0ο) με την έξοδο του ενισχυτή. Επειδή οι περισσότεροι απλοί ενισχυτές είναι αναστροφικοί κι ουσιαστικά παράγουν μία διαφορά φάσης 180o από μόνοι τους, θα πρέπει μία επιπλέον διαφορά φάσης, επίσης 180o να παραχθεί με κάποιο άλλο κύκλωμα προκειμένου να προκύπτει συνολική μετατόπιση φάσης 360ο=0ο.

Σε έναν ταλαντωτή συντονισμού LC, το δικτύωμα ανάδρασης είναι ένα συντονισμένο ταλαντούμενο - κύκλωμα που περιλαμβάνει αυτεπαγωγή (L) και χωρητικότητα (C). Οι ταλαντώσεις λαμβάνουν χώρα στο κύκλωμα συντονισμού επειδή ενέργεια ρέει συνεχώς από τον πυκνωτή στο πηνίο κι αντίστροφα και το φαινόμενο επαναλαμβάνεται σε συχνότητα ίση με τη συχνότητα συντονισμού. Στο κύκλωμα συντονισμού υπάρχουν απώλειες που υπό κανονικές συνθήκες θα οδηγούσαν σε απόσβεση των ταλαντώσεων αλλά το ενεργό στοιχείο στο κύκλωμα αναπληρώνει τις απώλειες κι έτσι οι ταλαντώσεις διατηρούνται αμείωτα. Οι ταλαντωτές συντονισμού LC  χρησιμοποιούνται κυρίως σε πομπούς και δέκτες στις ραδιοφωνικές συχνότητες. Οι ταλαντωτές συντονισμού υλοποιούνται βάσει μιας γενικής τοπολογίας που μπορεί περαιτέρω να επιμεριστεί σε τρεις βασικές τοπολογίες, τις τοπολογίες Hartley, Colpitts και Clapp.

 

Γενική τοπολογία

Σε έναν ταλαντωτή συντονισμού LC, το κύκλωμα ανάδρασης περιλαμβάνει τρία μη ωμικά στοιχεία όπως στην εικόνα 1. Έκαστο στοιχείο είναι είτε πυκνωτής είτε πηνίο και παρουσιάζει εμπέδηση ίση με Z1, Z2 ή Z3, αντίστοιχα. Στην εικόνα 1, για εποπτικούς λόγους, το ενεργό στοιχείο του ταλαντωτή είναι ένας τελεστικός ενισχυτής αλλά όπως έχουμε αναφέρει παραπάνω, θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε άλλο ενεργό στοιχείο που μπορεί να λειτουργήσει ως ενισχυτής.

Γενική τοπολογία ταλαντωτή συντονισμού
Εικόνα 1. Γενική τοπολογία ταλαντωτή συντονισμού

Από την εικόνα 1, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι λόγω του διαιρέτη τάσης Z1 - Z3, η συνάρτηση μεταφοράς, B(f), του δικτυώματος ανάδρασης είναι ίση με

B(f)=Z1/(Z1+Z3)
(1)

Η συνάρτηση μεταφοράς είναι ο λόγος της τάσης εισόδου του δικτυώματος ανάδρασης (τάση στην έξοδο του ενισχυτή) προς την τάση εξόδου του (τάση στην είσοδο του ενεισχυτή). Δηλαδή εκφράζει τι ποσοστό της τάσης από την έξοδο του ενισχυτή φθάνει στην είσοδό του.

Συνήθως τα στοιχεία Z1 και Z2 είναι του ιδίου τύπου και το στοιχείο Z3 διαφορετικού. Δηλαδή, όταν τα στοιχεία Z1 και Z2 είναι πυκνωτές, τότε το στοιχείο Z3 είναι πηνίο ή όταν τα στοιχεία Z1 και Z2 είναι πηνία, το στοιχείο Z3 είναι πυκνωτής.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να θυμίσουμε ότι η ικανή κι αναγκαία συνθήκη για να υπάρχουν ταλαντώσεις είναι η:

|A(f)·B(f)| ≥1
(2)

και

arg A(f) + arg B(f)=2πn, n=0,1,2,3 …..
(3)

Όπου A(f), B(f), είναι η απολαβή του ενισχυτή και η απολαβή του δικτυώματος ανάδρασης, αντίστοιχα κι όπου arg A(f) και arg B(f) τα ορίσματά τους (οι φάσεις). Οι απολαβές εκφράζονται ως μιγαδικοί αριθμοί κι επομένως έχουν μέτρο και φάση, προκειμένου οι υπολογισμοί να γίνονται εύκολα τόσο για το πλάτος αλλά και για τη φάση του σήματος.

 

Ο ταλαντωτής Colpitts

Ένας ταλαντωτής συντονισμού που στη θέση των στοιχείων Z1 και Z2 χρησιμοποιεί πυκνωτές και στη θέση του Z3 πηνίο, ονομάζεται ταλαντωτής “Colpitts” προς τιμήν του Αμερικανού μηχανικού Edwin H. Colpitts που τον επινόησε το 1918. Η τοπολογία του ταλαντωτή Colpitts παρουσιάζεται στην εικόνα 2 και χρησιμοποιεί τους πυκνωτές C1 και C2 στη θέση των στοιχείων Z1 και Z2 και το πηνίο L1 στη θέση του στοιχείου Z3.

Ο ταλαντωτής Colpitts, όπως άλλωστε κι οποιοσδήποτε άλλος ταλαντωτής ανάδρασης, χρησιμοποιεί ένα ενεργό στοιχείο που λειτουργεί ως ενισχυτής όπως διπολικό τρανζίστορ, τρανζίστορ FET, τελεστικό ενισχυτή ή λυχνία. Για εποπτικούς λόγους, στην εικόνα 2 θεωρούμε ότι το ενεργό στοιχείο είναι ένας τελεστικός ενισχυτής. Το δικτύωμα ανάδρασης δρα ως ένα συντονισμένο φίλτρο διέλευσης ζώνης που εξασφαλίζει μετατόπιση φάσης 0ο στη συχνότητα συντονισμού.

Ο ταλαντωτής Colpitts
Εικόνα 2. Ο ταλαντωτής Colpitts


Η συχνότητα ταλάντωσης είναι ίση με τη συχνότητα συντονισμού του δικτυώματος ανάδρασης στην οποία η συνολική χωρητική εμπέδηση εξουδετερώνει τη συνολική επαγωγική εμπέδηση, δηλαδή, η συχνότητα εκείνη όπου το αλγεβρικό άθροισμα όλων των εμπεδήσεων ισούται με μηδέν:

Z1+Z2+Z3=0 => (-j/2πfoC1)+( -j/2πfoC2)+(j2πfoL1)=0 => Fo=1/2π√(LC)
(4)

(όπου L είναι η αυτεπαγωγή του πηνίου L1, σε Henry, και C η συνολική χωρητικότητα των πυκνωτών C1 και C2, σε Farads. Δεδομένου ότι στο κύκλωμα συντονισμού οι πυκνωτές είναι σε σειρά, η συνολική χωρητικότητα C, είναι ίση με:

C=(C1·C2)/(C1+C2)
(5)

Η συνάρτηση μεταφοράς B(f), του δικτυώματος ανάδρασης μπορεί να βρεθεί από τη σχέση(3): B(f)=Z1/(Z1+Z3)

Στη συχνότητα συντονισμού (βλ. εξίσωση 4):

Z1+Z3=-Z2
(6)

Επομένως, B(f)=-Z1/Z2 στη συχνότητα συντονισμού. Έτσι, η απολαβή του δικτυώματος ανάδρασης, B(fo), στη συχνότητα συντονισμού fo, δίνεται από τη σχέση:

B(fo)=-C2/C1
(7)

Από την εξίσωση (7) φαίνεται ότι η ανάδραση είναι αρνητική στη συχνότητα συντονισμού κι αυτό σημαίνει ότι το δικτύωμα ανάδρασης εισάγει διαφορά φάσης   180o (π rad). Ο αναστροφικός ενισχυτής εισάγει επιπλέον διαφορά φάσης 180o κι επομένως η συνολική διαφορά φάσης είναι 360ο στη συχνότητα συντονισμού κι έτσι εξασφαλίζεται η συνθήκη ταλάντωσης της εξίσωσης (3).

Ας δούμε τώρα αν ικανοποιείται και το κριτήριο ταλάντωσης της εξίσωσης (2).

Στο παράδειγμά μας, στην εικόνα 2, έχουμε έναν αναστροφικό ενεισχυτή με τελεστικό και η απολαβή του, Α(f), δίνεται από τη σχέση:

A(f)=-R2/R1
(8)

Συνδυάζοντας τις σχέσεις (2), (7) και (8), βρίσκουμε:

-(R2/R1)(-C2/C1) ≥1 => R2/R1≥C1/C2
(9)

Από την εξίσωση (9), παρατηρούμε ότι το κύκλωμα ταλαντώνει όταν η απολαβή του ενισχυτή είναι κατ' απόλυτη τιμή μεγαλύτερη ή ίση από το λόγο C1/C2. Έτσι, η ελάχιστη ενίσχυση που απαιτείται είναι ίση με C1/C2. Στην πράξη, θα πρέπει πάντοτε να εξασφαλίζουμε μεγαλύτερη ενίσχυση από C1/C2 διότι λόγω ανοχών μπορεί αν υπολογίσουμε τα στοιχεία του κυκλώματος για απολαβή ακριβώς ίση με C1/C2 να βρεθούμε προ εκπλήξεως και να μην έχουμε καθόλου ταλαντώσεις. Δεν θα πρέπει όμως να ξεφεύγουμε πολύ από τις οριακές τιμές, διότι όσο μεγαλύτερη από C1/C2 γίνεται η απολαβή τόσο περισσότερο ψαλιδίζεται το σήμα (βλ. θεωρία ταλαντωτών με ανάδραση) με αποτέλεσμα να παράγονται αρμονικές.

 

Ο ταλαντωτής Hartley

Ο ταλαντωτής Hartley επινοήθηκε το 1915 από τον Αμερικανό μηχανικό Ralph Hartley. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ταλαντωτή Hartley είναι ότι έχει έναν πυκνωτή στο κύκλωμα συντονισμού κι ένα πηνίο με μεσαία λήψη. Ο πυκνωτής είναι παράλληλα στο πηνίο.

Ο ταλαντωτής Hartley
Εικόνα 3. Ο ταλαντωτής Hartley

Η κλασσική τοπολογία του ταλαντωτή Hartley παρουσιάζεται στην εικόνα 3. Η διαφορά του ταλαντωτή Hartley με τον Colpitts έγκειται στον τύπο των στοιχείων Z1, Z2 και Z3. Στον Colpitts, τα Z1 και Z2 είναι πυκνωτές ενώ στον Hartley είναι πηνία. Επιπλέον, το στοιχείο Z3 είναι πηνίο στον Colpitts ενώ είναι πυκνωτής στον Hartley. Το κύκλωμα του ταλαντωτή Hartley της εικόνας 3 θα ταλαντώνει (βλ. εξίσωση 4) στη συχνότητα, fo, που δίνεται από τη σχέση:

fo=1/2π√[(L1+L2)C1]
(10)

Με παρόμοιους υπολογισμούς, όπως και στον ταλαντωτή Colpitts, βρίσκουμε εύκολα ότι τη στιγμή που η απολαβή του τελεστικού είναι ίση με R2/R1 κατ' απόλυτη τιμή, η ελάχιστη απολαβή που απαιτείται για ταλάντωση είναι ίση με L1/L2.

 

Ο ταλαντωτής Clapp

Ο ταλαντωτής Clapp είναι στην πραγματικότητα ένας τροποποιημένος ταλαντωτής Colpitts που χρησιμοποιεί έναν επιπρόσθετο πυκνωτή σε σειρά με το πηνίο. Η τοπολογία του ταλαντωτή Clapp δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από τον James Kilton Clapp το 1948.

Ο ταλαντωτής Clapp
Εικόνα 4. Ο ταλαντωτής Clapp

Η γενική τοπολογία του ταλαντωτή Clapp παρουσιάζεται στην εικόνα 4. Το κύκλωμα συντονισμού αποτελείται από ένα πηνίο και τρεις πυκνωτές. Οι πυκνωτές C1 και C2, όπως και στον ταλαντωτή Colpitts, σχηματίσουν έναν διαιρέτη τάσης από τον οποίο μπορούμε να υπολογίσουμε τη συνάρτηση μεταφοράς του δικτυώματος ανάδρασης. Η συχνότητα συντονισμού του δικτυώματος μπορεί να βρεθεί επίσης αν λάβουμε υπόψη ότι οι τρεις πυκνωτές είναι σε σειρά και προκύπτει (από τη σχέση 4) ότι είναι ίση με:

 

(11)

Ο ταλαντωτής Clapp, στην πράξη προτιμάται περισσότερο έναντι του Colpitts σε εφαρμογές όπου απαιτείται μεταβολή της συχνότητας (VFO). Σε ένα ταλαντωτή μεταβαλλόμενης συχνότητας (VFO) τύπου Colpitts, απαιτείται ένας μεταβλητός πυκνωτής (είτε ο C1 είτε C2). Επειδή όμως στον ταλαντωτή Colpitts ο μεταβλητός πυκνωτής ανήκει στο διαιρέτη τάσης Z1, Ζ2, αναπόφευκτα επηρεάζει και την απολαβή του δικτυώματος ανάδρασης. Αυτό συνεπάγεται μεταβολή της απολαβής όταν μεταβάλλεται η συχνότητα και επομένως αλλαγή των χαρακτηριστικών του ταλαντωτή και πολλές φορές, περιορισμό των ορίων μεταβολής συχνότητας. Απεναντίας, αυτό το πρόβλημα δεν υπάρχει στον ταλαντωτή Clapp, διότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν σταθεροί πυκνωτές στη θέση των C1 και C2 και η μεταβολή της συχνότητας μπορεί να πραγματοποιηθεί με έναν μεταβλητό πυκνωτή στη θέση του C0, ο οποίος δεν επηρεάζει την απολαβή του δικτυώματος ανάδρασης παρά μόνο τη συχνότητα συντονισμού.

Όπως και στον ταλαντωτή Colpitts, έτσι και στον Clapp, η ελάχιστη απαιτούμενη απολαβή του ενισχυτή είναι ίση με C1/C2 κατ΄απόλυτη τιμή για να τηρείται το κριτήριο ταλάντωσης όσον αφορά το πλάτος.

 

Πρακτικά κυκλώματα

Στην εικόνα 5α παρουσιάζεται ένα πρακτικό κύκλωμα ταλαντωτή με ένα τρανζίστορ. Ο διαιρέτης τάσης που ρυθμίζει το ποσοστό της ανάδρασης υλοποιείται από τους πυκνωτές C2 και C3. Γενικά, ο C3 είναι μεγαλύτερος από τον C2. Η αντίσταση R3 πολώνει το το τρανζίστορ ενώ η R1 προσδίδει σταθερότητα. Το σήμα εξόδου του ταλαντωτή εμφανίζεται στα άκρα της R1. Η συχνότητα της ταλάντωσης καθορίζεται από το κύκλωμα συντονισμού Z, το οποίο συνδέεται στη βάση του τρανζίστορ μέσω του πυκνωτή C4.

Το κύκλωμα συντονισμού μπορεί να είναι ένα κύκλωμα συντονισμού σειράς σαν αυτό της εικόνας 5b ή ένα παράλληλο κύκλωμα συντονισμού σαν αυτό της εικόνας 5c. Χρησιμοποιώντας το κύκλωμα συντονισμού σειράς 5b, προκύπτει ένας ταλαντωτής Clapp ενώ με το παράλληλο κύκλωμα συντονισμού 5c, προκύπτει ένας ταλαντωτής Colpitts.

Πρακτικοί ταλαντωτές Clapp και Colpitts με ένα τρανζίστορ
Εικόνα 5. Πρακτικοί ταλαντωτές Clapp και Colpitts με ένα τρανζίστορ

Ένας ταλαντωτής Hartley με ένα τρανζίστορ μπορεί να φτιαχτεί σύμφωνα με το κύκλωμα της εικόνας 6. Οι αντιστάσεις R1 και R2 πολώνουν το τρανζίστορ Q1 και δεν εξυπηρετούν κανέναν άλλο σκοπό. Η απολαβή του ενισχυτή, πρακτικά καθορίζεται από τις R3, R4 και τον C2. Η συχνότητα συντονισμού καθορίζεται από το κύκλωμα παράλληλου συντονισμού L1 - C1 και το σήμα εξόδου του ταλαντωτή παρέχεται είτε από τον εκπομπό του τρανζίστορ μέσω του πυκνωτή C5 ή επαγωγικά μέσω του πηνίου L2 που είναι συζευγμένο με το L1. Η θέση της μεσαίας λήψης καθορίζει την ελάχιστη απολαβή του ενεργού στοιχείου που απαιτείται για να ικανοποιείται η συνθήκη ταλάντωσης όσον αφορά το πλάτος και απαιτεί προσεχτική μελέτη προκειμένου να υπάρχει σταθερότητα και να μην υπάρχουν αρμονικές λόγω ψαλιδισμού.

Ταλαντωτής Hartley με ένα τρανζίστορ
Εικόνα 6. Ταλαντωτής Hartley με ένα τρανζίστορ

Και ο ταλαντωτής Hartley αλλά και ο Colpitts και ο Clapp που παρουσιάστηκαν στις εικόνες 5 και 6 είναι κυκλώματα κοινού συλλέκτη, δεδομένου ότι ο συλλέκτης του τρανζίστορ είναι πρακτικά γειωμένος στο AC μέσω ενός πυκνωτή διέλευσης (τον C5 στην εικόνα 5 και τον C4 στην εικόνα 6).

 

Ο ταλαντωτής Armstrong

Εκτός από τις βασικές τοπολογίες ταλαντωτών συντονισμού που περιγράψαμε παραπάνω υπάρχουν και πολλές άλλες τοπολογίες ταλαντωτών LC. Οι υπόλοιπες τοπολογίες δεν χρησιμοποιούνται πολύ στις μέρες μας αλλά χρησιμοποιούνταν κυρίως παλαιότερα όταν ήταν διαδεδομένη η χρήση των ηλεκτρονικών λυχνιών. Ωστόσο υπάρχουν κάποιες που παρουσιάζουν ιστορικό κυρίως ενδιαφέρον. Μία από αυτές είναι ο ταλαντωτής Armstrong, του Major Edwin Armstrong, ο οποίος εφηύρε επίσης τον αναγεννητικό ραδιοφωνικό δέκτης (regenerative detector) και τον υπερετερόδυνο δέκτη (super-heterodyne radio) καθώς επίσης τη διαμόρφωση συχνότητας (frequency modulation) ανάμεσα σε πολλά άλλα.

Ένα πρακτικό κύκλωμα ταλαντωτή Armstrong παρουσιάζεται στην εικόνα 7. Το κύκλωμα χρησιμοποιεί ένα FET αλλά παραδοσιακά οι ταλαντωτές Armstrong χρησιμοποιούσαν λυχνίες. Το FET έχει κάποια κοινά χαρακτηριστικά με την τρίοδο λυχνία (όπως υψηλή αντίσταση εισόδου και συμπεριφέρεται ως εξαρτημένη πηγής τάσης ελεγχόμενη από τάση όπως και οι λυχνίες) οπότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να φτιαχτεί ένας ταλαντωτής Amstrong. Ο ταλαντωτής Amstrong ήταν γνωστός κι ως ταλαντωτής “tickler”, γιατί χρησιμοποιούσε ένα tickler (γαργαλιστικό - εξώθησης) πηνίο όπως θα δούμε παρακάτω.

Ταλαντωτής Armstrong με FET
Εικόνα 7. Ταλαντωτής Armstrong με FET

Η συχνότητα του ταλαντωτή Armstrong καθορίζεται από το κύκλωμα παράλληλου συντονισμού C1 - L1. Το πηνίο εξώθησης - “tickler” coil, L2, που είναι επαγωγικά συζευγμένο με το L1, παρέχει ανάδραση από την έξοδο στην είσοδο του ενισχυτή. Ιδιαίτερη προσοχή όμως απαιτείται κατά το τύλιγμα των πηνίων L1 και L2, συνήθως πάνω στον ίδιο πυρήνα, έτσι ώστε να έχουν την ίδια πολικότητα για να προκύπτει ανάδραση με τη σωστή φάση. Διαφορετικά το κύκλωμα δεν ταλαντώνει.

Το ποσοστό της ανάδρασης καθορίζεται κι από την R3 η οποία ρυθμίζει το ρεύμα που διέρχεται μέσα από το πηνίο tickler. Σε πολλά κυκλώματα ταλαντωτών Armstrong υπήρχε η δυνατότητα μηχανικής ρύθμισης της φυσικής απόστασης μεταξύ των πηνίων L1 και L2 προκειμένου να μπορεί να ρυθμιστεί το ποσοστό της ανάδρασης και από τη σύζευξη των πηνίων. Η συχνότητα συντονισμού του ταλαντωτή Armstrong μπορεί να υπολογιστεί αν θέσουμε τις τιμές L1 και C1 στην εξίσωση (4) που έχουμε αναφέρει παραπάνω.

 

Ο ταλαντωτής TITO

Ο τελευταίος ταλαντωτής LC με τον οποίο θα ασχοληθούμε, είχε διάφορα ονόματα κατά το παρελθόν κι ήταν αρκετά δημοφιλής. Παλιά που φτιαχνόταν με λυχνίες λεγόταν ταλαντωτής TGTP από το "Tuned-Grid-Tuned-plate" (συντονισμένο πλέγμα - συντονισμένη άνοδος). Πιο πρόσφατα, στις εκδόσεις με τρανζίστορ, ονομαζόταν TBTC από το "Tuned-Base-Tuned-Collector" (συντονισμένη βάση-συντονισμένος συλλέκτης). Ίσως τώρα που έχουμε πληθώρα ενεργών στοιχείων, το όνομα που του ταιριάζει καλύτερα είναι το ΤΙΤΟ από το "Tuned-Input-Tuned-output" (συντονισμένη είσοδος-συντονισμένη έξοδος).

Ο ταλαντωτής TITO παρουσιάζεται στην εικόνα 8. Η συχνότητα της ταλάντωσης καθορίζεται και από τα δύο κυκλώματα παράλληλου συντονισμού L1-C1 και L2-C2. Στα περισσότερα βιβλία συνίσταται οι συχνότητες συντονισμού των δύο κυκλωμάτων συντονισμού να είναι ελαφρώς διαφορετικές αλλά πολύ κοντά στην επιθυμητή συχνότητα ταλάντωσης.

 Ο ταλαντωτής TITO
Figure 8. Ο ταλαντωτής TITO

Η ανάδραση στον ταλαντωτή TITO προκύπτει μέσω των ενδογενών (εσωτερικών) χωρητικοτήτων Cbe και Ccb, μεταξύ των επαφών βάσης-εκπομπού και συλλέκτη-βάσης, αντίστοιχα. Αυτές οι χωρητικότητες περιλαμβάνονται στο κύκλωμα της εικόνας 8 αλλά συνδέονται με διακεκομμένες γραμμές προκειμένου να τονιστεί ότι βρίσκονται εσωτερικά στο τρανζίστορ κι εξαρτώνται αποκλειστικά από τον τύπο του τρανζίστορ που χρησιμοποιείται. 

Ο ταλαντωτής TITO σπανίως χρησιμοποιείται στις μέρες μας.

 

Επίλογος

Στο παραπάνω κείμενο καλύψαμε τις βασικές αρχές που αφορούν τους ταλαντωτές συντονισμού LC. Ουσιαστικά, η θεωρητική ανάλυση των συντονισμένων ταλαντωτών βασίζεται στις γενικές αρχές που διέπουν όλους των ταλαντωτές με ανάδραση που έχουμε αναλύσει σε άλλο άρθρο. Έπειτα αναλύσαμε τις βασικές τοπολογίες των ταλαντωτών Colpitts, Hartley, και Clapp κι αναφέραμε εκτός από θεωρία και βασικά πρακτικά κυκλώματα. Τέλος αναφερθήκαμε σε δύο τοπολογίες συντονισμένων ταλαντωτών LC από το παρελθόν, του ταλαντωτές Armstrong και TITO που δεν χρησιμοποιούνται συχνά στις μέρες μας. Σε μελλοντικό μας άρθρο ευελπιστούμε να καλύψουμε και τη βασική θεωρία για μία ακόμη βασική κατηγορία ταλαντωτών, τους ταλαντωτές RC που χρησιμοποιούν πυκνωτές κι αντιστάσεις, χωρίς πηνία και που μπορούν να φτιαχθούν εύκολα με τελεστικούς ενισχυτές στις χαμηλές συχνότητες.